γαλακτοβουτυρόμετρο

γαλακτοβουτυρόμετρο
το
εργαστηριακό όργανο που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό τών λιπαρών συστατικών τού γάλακτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γάλα (-κτος) + βουτυρόμετρο. Η λ. γαλακτοβουτυρόμετρον μαρτυρείται από το 1886 στον Κ. Κυριαζίδη].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • γάλα — Υγρό που εκκρίνεται από τους μαστικούς αδένες των θηλαστικών. Το γ. είναι ένα γαλάκτωμα, δηλαδή νερό με λεπτότατα λιποσφαίρια που περιέχει, εκτός από το λίπος, πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, ένζυμα, άλατα και βιταμίνες. Όλα τα συστατικά αυτά φέρονται… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”